ΜΙΚΡΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ…ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ

Το πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον εκτιμάται ότι δε θα αφήσει την αγορά να ανακάμψει

Μειωμένη σε σχέση με πέρσι εμφανίζεται η αγοραστική κίνηση, παρά το γεγονός ότι οι τιμές σε βασικά είδη που θα «στολίσουν» το χριστουγεννιάτικο τραπέζι αναμένεται να κυμανθούν στα ίδια επίπεδα με πέρσι, σε αρκετές περιπτώσεις, δε, ακόμη χαμηλότερα. Το «πνεύμα των Χριστουγέννων» και γενικά η διάθεση των ανθρώπων που φαίνεται πως αλλάζει προς το καλύτερο τις γιορτινές μέρες, μοιάζουν να δίνουν μία μικρή ανάσα στον εμπορικό κόσμο της Αιγιάλειας, που από τότε που ξεκίνησε η περίοδος των χριστουγεννιάτικων αγορών βλέπουν, μετά από καιρό, λίγο κόσμο περισσότερο να μπαίνει στα καταστήματά τους, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί και «σωσίβιο» στο όλο οικονομικό τους αδιέξοδο.

Τα χριστουγεννιάτικα είδη και τα δώρα για τα βαφτιστήρια βρίσκονται φυσικά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, ενώ προτεραιότητα δίνεται στις αγορές που αφορούν στα παιδιά (παιχνίδια, δώρα και ρούχα), στα τρόφιμα και έπειτα στις συνήθεις προτιμήσεις των καταναλωτών για είδη ένδυσης, υπόδησης, είδη σπιτιού, κλπ.

Ασφαλώς, δεν είναι μόνο το θέμα του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού, αλλά και όλα τα υπόλοιπα που συνοδεύουν τις γιορτές, όπως τα παιχνίδια και τα δώρα, τα οποία αρκετοί γονείς δεν είναι πλέον σε θέση να προσφέρουν στα παιδιά τους. Η οικονομική κρίση που επικρατεί, αναγκάζει πολλά νοικοκυριά να περνούν ακόμη και αυτές τις ημέρες «οριακά» με αρκετούς καταναλωτές να προμηθεύονται μόνο τα απολύτως απαραίτητα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε στο παρελθόν υπάρχουν οικογένειες που δεν έχουν να φάνε και συντηρούνται από τις πενιχρές συντάξεις των παππούδων και των γιαγιάδων. Η κατάσταση σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια έχει οξυνθεί κατά πολύ. Ολοένα και περισσότερες οικογένειες περιέρχονται σε κατάσταση οικονομικής εξαθλίωσης, καθώς αρκετές είναι αυτές που έχουν το άγχος τι θα κάνουν με τα δάνειά τους, τους λογαριασμούς τους και τις φορολογικές τους υποχρεώσεις.

Οι έμποροι «κρατούν» μικρό καλάθι

Όσον αφορά τους επιχειρηματίες, αυτοί στηρίζουν τις εναπομείναντες ελπίδες τους στις τελευταίες ημέρες, καθώς η αγορά κάθε άλλο παρά ικανοποιητική ήταν για πολλούς από αυτούς το προηγούμενο διάστημα. Βέβαια λίγες μόνο μέρες περισσότερης κίνησης, μοιάζουν να είναι σταγόνες στον…ωκεανό, καθώς πολλές είναι οι υποχρεώσεις – κυρίως φορολογικές- που τους έχουν μαζευτεί.

Η αγορά μπορεί να έχει «φορέσει» τα γιορτινά της για να υποδεχθεί τις εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, «κρατάει» όμως μικρό καλάθι. Το εορταστικό ωράριο έχει τεθεί σε εφαρμογή, αλλά οι προσδοκίες είναι περιορισμένες για τη δυναμική της καταναλωτικής κίνησης. Με δεδομένη την οικονομική στασιμότητα, την ανεργία και τη φορολογική αφαίμαξη, οι δυνατότητες ανάκαμψης της αγοράς κρίνονται αμφίβολες.

Ακόμα κι αν η πτώση των τιμών στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι μπορούσε να έχει έναν θετικό αντίκτυπο στην αγορά, το πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, απ’ ότι φαίνεται και εκτιμάται, δε θα αφήσει την αγορά να ανακάμψει εν όψει της εορταστικής περιόδου. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα δώσουν έναν ακόμη αγώνα, προσπαθώντας να μην επηρεαστούν από την πολιτική συγκυρία. Είναι αξιέπαινες οι προσπάθειες πολλών καταστηματαρχών να κρατήσουν σταθερά χαμηλές τιμές σε μια προσπάθεια τόνωσης της αγοράς, την στιγμή που τα εισοδήματα των καταναλωτών και ο τζίρος είναι σε πτωτική τροχιά. Σε κάθε περίπτωση, όποιες κι αν είναι οι πολιτικές εξελίξεις, μία «ζωντανή» χριστουγεννιάτικη αγορά θα είναι προς όφελος όλων.

Μόλις 3 ευρώ φτηνότερο το χριστουγεννιάτικο τραπέζι

Μπορεί ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή να έχει επί 21 ολόκληρους μήνες αρνητικό πρόσημο, ωστόσο οι πολίτες δεν βλέπουν αυτήν τη… φθήνια στην τσέπη τους, ενισχύοντας την άποψη ότι όπου ευημερούν οι αριθμοί, δυστυχούν οι άνθρωποι. Το πιο επίκαιρο παράδειγμα δεν είναι άλλο από την εκτίμηση της ΕΣΕΕ, σύμφωνα με την οποία το φετινό γιορτινό τραπέζι θα είναι μόλις 3 ευρώ – και αν – φτηνότερο από πέρσι!!!

Συγκεκριμένα, φθηνότερο κατά 2,02%, σε σχέση με πέρυσι, αναμένεται το φετινό χριστουγεννιάτικο τραπέζι, σύμφωνα με δειγματοληπτικό έλεγχο που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝ.ΕΜ.Υ.) της ΕΣΕΕ κατά την περίοδο 14 έως 16 Δεκεμβρίου 2014. Ειδικότερα, το χριστουγεννιάτικο οικογενειακό τραπέζι θα κοστίσει 144,76 ευρώ, έναντι 147,75 ευρώ που κόστιζε πέρυσι και 151,56 το 2012 την ίδια ακριβώς περίοδο, με τα ίδια ακριβώς προϊόντα. Η μικρή αυτή πτώση των περίπου τριών ευρώ (που αντιστοιχεί σε ποσοστιαία μείωση 2,02%), σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2013, οφείλεται κυρίως στην υποχώρηση των τιμών στα κρεατικά (-2,88%, δειγματοληψία από Βαρβάκειο Αγορά), αλλά και στο μειωμένο κόστος των ποτών και αναψυκτικών (-6,13%).

Πιο αναλυτικά, στην κατηγορία των κρεατικών η μεγαλύτερη υποχώρηση καταγράφεται στην τιμή του αρνιού (-7,14%), η οποία κυμαίνεται στα 6,5 ευρώ/κιλό, ακολουθούμενη από τη μείωση στην τιμή του χοιρινού (-5,13%), ενώ στον αντίποδα, αύξηση της τάξεως του 10% εμφανίζει η τιμή της γαλοπούλας. Ανάλογη πτωτική τάση παρατηρείται και για τα προϊόντα σούπερ μάρκετ, όπως τα αναψυκτικά (-6,38%) και τα κρασιά (μεσοσταθμική μείωση της τάξεως του (14,4%), με εξαίρεση την οριακή άνοδο της τιμής της μπύρας (2,52%). Μία επιπλέον παράμετρος που συμβάλλει θετικά, έστω και σε μικρότερο βαθμό στη συρρίκνωση του κόστους του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού σε ετήσια βάση, εντοπίζεται στην πτώση των τιμών της κατηγορίας των γλυκών/εδεσμάτων, καθώς η μεσοσταθμική μείωση στα μελομακάρονα και στους κουραμπιέδες προσεγγίζει το 2% (-1,85%), σε σχέση με το 2013.

Αναφορικά με τις τιμές των φρούτων και των οπωροκηπευτικών το κόστος προμήθειάς τους κινείται σε υψηλότερα από τα περυσινά επίπεδα (1,56%), με την τιμή του λάχανου (34,4%) και της ντομάτας (16,4%) να καταγράφουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις, σε αντίθεση με την υποχώρηση της τιμής της πατάτας (-16,9%) και των μήλων (-11,7%).

Για τα γλυκά των ημερών, η έρευνα έδειξε ότι σε σχέση με πέρυσι, η τιμή για τους τυποποιημένους κουραμπιέδες του ενός κιλού, είναι αυξημένη κατά 5% ενώ η τιμή του ζαχαροπλαστείου είναι μειωμένη 2,05% και η τιμή για τα τυποποιημένα μελομακάρονα του ενός κιλού είναι μειωμένη 4,39% και του ζαχαροπλαστείου -1,41%.

Παρ’ όλες τις προσδοκίες που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται στην αγορά, εξαιτίας των σταθεροποιητικών διαφαινόμενων τάσεων του δείκτη κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2014/2013 (οριακή μείωση κατά 0,9%), μία σειρά αρνητικών παραμέτρων εκτιμάται πως θα αποτελέσει τροχοπέδη στην πορεία ανάκαμψης της καταναλωτικής δαπάνης, όπως σχολιάζει η ΕΣΕΕ σε ανακοίνωσή της.

Τέτοιες παράμετροι είναι:

– Η διαχέουσα ατμόσφαιρα πολιτικής αβεβαιότητας, εν όψει της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

– Η πληθώρα φορολογικών υποχρεώσεων που πρέπει να διευθετηθούν εντός του τελευταίου δεκαπενθήμερου του έτους (4η δόση ΕΝΦΙΑ, πληρωμή τελών κυκλοφορίας, υποβολή συγκεντρωτικής κατάστασης πελατών και προμηθευτών από τους ελεύθερους επαγγελματίες για το οικονομικό έτος 2014 και η εξόφληση της 2ης δόσης των οφειλετών του Δημοσίου που εντάχθηκαν στη νέα ρύθμιση χρεών).

– Το νέο πλαίσιο ρυθμίσεων οφειλών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, που μπορεί να χαρακτηρίζεται από ευνοϊκές διατάξεις, συντελεί όμως ταυτόχρονα στην περιορισμένη ρευστότητα των καταναλωτών.

– Οι έντονες αποπληθωριστικές πιέσεις στην ελληνική οικονομία.

– Η διαπιστωμένη μεταρρυθμιστική κόπωση φορέων του Δημοσίου αλλά και οι υπέρμετρες/αδικαιολόγητες απαιτήσεις των δανειστών για τη λήψη επιπλέον μέτρων δημοσιονομικού χαρακτήρα.

– Η ικανοποιητική αλλά όχι ανταποκρινόμενη στις ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις, πορεία των εσόδων από τον τουρισμό.

Οι παράμετροι αυτές συνιστούν παράγοντες αποσταθεροποίησης της αγοράς και ανάσχεσης της τόνωσης της αγοραστικής κίνησης κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα του έτους. Ως εκ τούτου, οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μία υποχώρηση του καταγεγραμμένου τζίρου των επιχειρήσεων λιανικής για το μήνα Δεκέμβριο του 2014, σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, της τάξεως του 5% – 8%, με αποτέλεσμα οι πωλήσεις των εμπορικών καταστημάτων να κυμαίνονται μεταξύ 6,3 – 6,4 δισ. ευρώ για την εφετινή εορταστική περίοδο. Μπορεί η συγκεκριμένη μεταβολή να συνιστά μία αποκλιμάκωση του ρυθμού μείωσης της καταναλωτικής δαπάνης από το 2009 και μετά, εξακολουθεί όμως να αποτελεί το περίπου 30% του καταγεγραμμένου τζίρου για το έτος 2008.