Ο παγκόσμιος πληθυσμός και η υγεία σε μεταβατική περίοδο / Του Νικόλαου Μαγκανιώτη – Χειρούργουυ – Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών

Περισσότεροι άνθρωποι προσετέθησαν στο πληθυσμό τα τελευταία 50 χρόνια παρά τα τελευταία ένα εκατομμύριο χρόνια. Ο πληθυσμός της γης προβλέπεται να φθάσει τα 9 δις το 2050. Σημαντική αύξηση του πληθυσμού την επομένη 100ετία είναι αναπόφευκτη αν και η σημερινή αύξηση του πληθυσμού είναι η μικρότερη που έγινε ποτέ ,γιατί η μεγάλη αύξηση που ήδη έχει γίνει τα περασμένα χρόνια έχει αναπτύξει τους γονείς που σήμερα θα αυξήσουν το πληθυσμό της γης. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις του πληθυσμού θα γίνουν στα κράτη όπου η φτώχεια και η ανεργία είναι ενδημικές με την Αφρική να αυξάνει από το 13% στο 22% το 2050. Όλες οι περιοχές θα παρουσιάσουν γηράσκοντες πληθυσμούς ,και ο αριθμός των ατόμων μεγαλύτερων των 60 ετών θα αυξάνεται συνεχώς και θα τετραπλασιαστεί το 2050 και η αναλογία από 9% σήμερα θα φθάσει στο 22% το 2050. Οι πολιτικές σχετικά μα τους πληθυσμούς θα πρέπει να υπολογίζουν κοινωνικοοικονομικές και περιβαντολλογικές επιπτώσεις από το είδος το μέγεθος, τη δομή και τους τρόπους κατανάλωσης του πληθυσμού και την καθημερινά διογκούμενη απαίτηση της ισορροπίας της παγκοσμίου οικολογίας.
Αρχές του ΜάλθουςΑπό τις αρχές εμφάνισης του Homo Sapiens περίπου ένα τέταρτο του εκατομμυρίου χρόνια και μέχρι το 1800μ.χ ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε στο 1 δις . Τα επόμενα 5 δις προστέθηκαν τα τελευταία 200 χρόνια. Αν και ο παπάς Thomas Malthus στη πρώτη διατριβή για το πληθυσμό το 1798 – First assay on population- είχε προείδει τη ταχεία αύξηση του πληθυσμού, οι αρχές του Μάλθους εξακολουθούν να κυριαρχούν στη συζήτηση για τον υπερπληθυσμό. Η αρχή η ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού ταχύτερα από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ,κυρίως της διατροφής, θα θέσει σε κίνδυνο τη σωστή ύπαρξη των ανθρώπων εκτός εάν υπάρχει έλεγχος με (θετικά μέσα ) όπως, αρρώστιες ,πείνα, πόλεμος η προληπτικά μέσα όπως ο έλεγχος των γάμων,( εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ο έλεγχος των γεννήσεων).

Η δημογραφική μεταβολή

Οι περιβαντολλογικοί περιορισμοί για τη διόγκωση του πληθυσμού στην Ευρώπη ήρθησαν μετά τη βιομηχανική και τεχνολογική επανάσταση του 18 και 19 αιώνα με συμπλήρωμα τις μακρινές αποικήσεις.Η μειωμένη θνησιμότητα και η ταχεία αύξηση των γεννήσεων στην Αμερική έφερε συνεχή αύξηση του πληθυσμού της γης μετά το 1750. Περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα αρχίζει η πτώση της γονιμότητας από τη Γαλλία και ακολούθως στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στον ανεπτυγμένο κόσμο η δημογραφική μεταβολή από την υψηλή θνησιμότητα και τις γεννήσεις στη μικρή θνησιμότητα και τις λιγότερες γεννήσεις,διήρκεσε δύο αιώνες. Οι φροντίδες για δημόσια υγεία ,έλεγχο της πείνας και τα νεότερα φάρμακα με τα εμβόλια οδήγησαν σε σημαντική μείωση της θνησιμότητας στον αναπτυσσόμενο κόσμο όπου ο μέσος όρος ζωής είναι γύρω στα 64 χρόνια. Αλλά οι αλλαγές αυτές δεν είναι παντού οι ίδιες γιατί σε ορισμένες κάτω από τη Σαχάρα περιοχές ο μέσος όρος ζωής είναι τα 40 χρόνια η και λιγότερα (ΣρίΛάνκα). Η ταχεία αύξηση του πληθυσμού ανάγκασε τις κυβερνήσεις κυρίως στην Ασία να υιοθετήσουν πρακτικές ελέγχου των γεννήσεων. Σε ορισμένα κράτη είχε ήδη αρχίσει κάποια μείωση των γεννήσεων ενώ η διεθνής πρακτική προγραμματισμού των γεννήσεων και η βοήθεια από διεθνείς οργανώσεις βοήθησαν προς αυτή τη κατεύθυνση. Το τρανότερο παράδειγμα είναι της Κίνας με το ένα παιδί ανά οικογένεια Σε δύο δεκαετίες η γονιμότητα έπεσε από τα 6 παιδιά στα δύο, μία δημογραφική αλλαγή που επήρε 150 χρόνια στην Ευρώπη. Αλλά η κρατική παρέμβαση δεν είναι αναγκαίο να είναι τόσο δραματική π.χ Στο Μπαγκλαντές όπου η γονιμότητα των γυναικών έπεσε από τα 7 παιδιά το 1970 στα 3 το 1998 , η καλύτερη ενημέρωση έχει τα αποτελέσματα της. Η γονιμότητα τώρα πέφτει σε όλες τις  αναπτυσσόμενες χώρες όπου ο μέσος όρος είναι τα 3 παιδιά ανά γυναίκα ενώ προ 50 ετών ήτανε τα 6 παιδιά . Αλλά υπάρχει μεγάλη ποικιλομορφία στα αποτελέσματα ακόμα και σε γειτονικά κράτη. Η μεγάλη και ταχεία πτώση της θνησιμότητας στον αναπτυσσόμενο κόσμο με μείωση των γεννήσεων οδήγησε στη μεγάλη αύξηση του πληθυσμού μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αν και αυτή η πληθυσμιακή έκρηξη παρουσίασε κάμψη το 1990 ο πληθυσμός (παγκοσμίως ) αυξάνεται κατά 80 εκατομμύρια το χρόνο.

Η επιδημιολογική μεταβολή

Η διαπίστωση σήμερα της αύξησης των μη μεταδοτικών νοσημάτων στον ανεπτυγμένο κόσμο σα συνέπεια της αύξησης του πληθυσμού και της μακροβιότητας είναι η Αύξηση των καρδιαγγειακών παθήσεων ,των καρκίνων Των νευροψυχιατρικών παθήσεων και Των τραυματισμών. Είναι οι κύριες παθήσεις που οδηγούν σε αναπηρίες και το θάνατο (πρόωρο). Το άλλο βάρος φυσικά είναι τα μεταδοτικά νοσήματα ,νοσήματα που ακόμα προκαλούν υψηλά ποσοστά νοσηρότητας ,θνησιμότητας σε αναπτυσσόμενες χώρες. Η κακή κατάσταση υγείας σε γυναίκες και παιδιά είναι διαπίστωση στη πορεία για τις αλλαγές στην υγεία σήμερα. Δύο εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν από παθήσεις που θα ήτανε δυνατό να προληφθούν με εμβόλια και 7,5 εκατομμύρια πεθαίνουν αμέσως μετά τη γέννηση κυρίως από κακή υγιεινή από μέρους των μητέρων και 200εκατομμύρια κακώς διατρέφονται. Στις αναπτυσσόμενες χώρες 200 εκατομμύρια γυναίκες δεν έχουν τα μέσα για έλεγχο των γεννήσεων και 30 εκατομμύρια εκτρώσεις γίνονται το χρόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες που αντιστοιχούν στο 10-30 % της μείωσης των γεννήσεων. Περίπου 600000 γυναίκες πεθαίνουν το χρόνο από επιπλοκές της κυήσεως -τοκετού κυρίως στις φτωχές χώρες όπου η θνησιμότητα των μητέρων είναι 2,50 φορές μεγαλύτερη από τις άλλες χώρες. Αυτό δικαιολογεί και την αλλαγή του κυρίου ενδιαφέροντος στη συνάντηση του Καΐρου το 1994 κάτι που επιβεβαιώνεται και εφέτος από τα Ηνωμένα Έθνη και όσο αφορά τις πολιτικές για το πληθυσμό από τον οικογενειακό προγραμματισμό σε ένα ευρύτερο πεδίο δράσης για την υγεία και την αναπαραγωγή. Η αλλαγή στρατηγικής επιβάλλεται επίσης και από τις σημερινές τάσεις των νόσων HIV-AIDS που εξαπλώθηκε με πολύ γρηγορότερους ρυθμούς απ ότι περιμέναμε στη συνάντηση του Καΐρου το 1994. Από τα 54 εκατομμύρια θανάτους το χρόνο στο κόσμο το 1 εκατομμύριο οφείλεται στην ελονοσία, το 1,5 εκατ. στη φυματίωση με επιπλοκή το AIDS, τα 2,3 εκατ. στο AIDS (τώρα είναι η πρώτη αιτία θανάτου από μολυσματικές ασθένειες).

Στεφανιαία νόσος, εγκεφαλικά και αναπνευστική ανεπάρκεια

Στην Αφρική όπου το AIDS – HIV είναι η πρώτη αιτία θανάτου οι επιπτώσεις στο δημογραφικό και οικονομικό πεδίο είναι τρομακτικές και οι πιθανότητες να πεθάνεις μεταξύ των ηλικιών 15 και 60 έχουν διπλασιαστεί. Με αιτία το AIDS τα θύματα είναι νέα άτομα η βρέφη που μολύνθηκαν από τις μητέρες τους και ο ιός έχει ελαττώσει το προσδόκιμο επιβίωσης στις υπό την Σαχάρα περιοχές κατά 28 έτη, καταργώντας κάθε θετικό βήμα που ήδη είχε γίνει. Πολλοί πιστεύουν ότι η ίδια εξάπλωση θα γίνει στη νότιο και νοτιοανατολική Ασία .

Μελλοντικές τάσεις πληθυσμιακές

Με μελέτες και νούμερα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών πιστεύεται ότι ο πληθυσμός της γης το 2050 θα κυμαίνεται από 7,7 δις έως 12,2 δις. Η αύξηση αυτή του πληθυσμού είναι αναπόφευκτη γιατί οι προϋποθέσεις ήδη υπάρχουν. Αν και οι γυναίκες σήμερα κάνουν λιγότερα μωρά παρά ποτέ η πληθυσμιακή έκρηξη των προηγουμένων ετών έχει παρουσιάσει τους μελλοντικούς γονείς που θα οδηγήσουν σε αυτή την αύξηση του πληθυσμού. Διαπιστώνεται ότι το 1990 υπήρξαν 20% περισσότερες γεννήσεις από το 1960αν και η παραγωγικότητα ήτανε μειωμένη κατά 40%. Επειδή οι γεννήσεις ανά μητέρα στην Αφρική ελαττώνονται πολύ σιγά η αύξηση του πληθυσμού θα συνεχιστεί ,ενώ σε άλλες περιοχές θα ελέγχεται. Η μείωση της γονιμότητας δεν θα οδηγήσει σε λιγότερες γεννήσεις ετησίως πριν από το 2025 και ο πληθυσμός της γης προβλέπεται να σταθεροποιηθεί το 2100. Οι περιοχές που δυσκολότερα ελέγχονται είναι οι υπό την Σαχάρα περιοχές της Αφρικής. Αν και θερίζει κυριολεκτικά το AIDS σε αυτές τις περιοχές προβλέπεται τριπλασιασμός του πληθυσμού μέχρι το 2050 οφειλόμενο στις πολλές γεννήσεις. Το σημαντικότερο δημογραφικό πρόβλημα του μέλλοντος ίσως δεν είναι η αύξηση αυτή καθ εαυτή του πληθυσμού αλλά η αλλαγή στη πληθυσμιακή δομή. Το 97% της μελλοντικής αύξησης του πληθυσμού θα παρουσιαστεί στις αναπτυσσόμενες χώρες . Η Αφρική συμβάλλει στην αύξηση του πληθυσμού από το 13% σήμερα στο 22% μέχρι το 2050. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις πληθυσμού θα γίνουν εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη φτώχεια ,ανεργία και πείνα. Σήμερα οι γεννήσεις στην Ευρώπη είναι οι χαμηλότερες από τις απόλυτα αναγκαίες για την ανανέωση του πληθυσμού γι αυτό το λόγο ο πληθυσμός θα ελαττωθεί από 12% έως 7% μέχρι το 2050. Στην ανατολική Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να μειώνεται ο πληθυσμός γιατί υπάρχει κάθετος μείωση των γεννήσεων και μεγάλη αύξηση της θνησιμότητας ,κυρίως στη Ρωσία όπου το προσδόκιμο επιβίωσης μειώθηκε μόνο τη δεκαετία του 90 κατά 6 χρόνια στα 58 έτη. Η μείωση των γεννήσεων και η μακροβιότητα οδηγεί σε γήρανση του πληθυσμού και είναι επόμενη η αύξηση της ζήτησης των υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας. Ο αριθμός των ατόμων των μεγαλυτέρων των 60 ετών θα τετραπλασιαστεί το 2050 και αναλογικά από το 9% που είναι σήμερα θα φθάσει το 21%.  Οι αναπτυσσόμενες χώρες ελέγχοντας τις νόσους της φθοράς και μεταδοτικών νοσημάτων θα αντιμετωπίσουν αδιέξοδα στα συστήματα υγείας που διαθέτουν. Στις ανεπτυγμένε χώρες η γήρανση του πληθυσμού θα οδηγήσει σε διαταραχή της σχέσης παιδιών/γερόντων και στη μείωση του εργαζόμενου τμήματος του πληθυσμού. Αντίθετα στις αναπτυσσόμενες χώρες θα παρατηρηθεί αύξηση του πληθυσμού των παραγωγικών ηλικιών και τι βάρος για τα εξαρτώμενα άτομα θα μειώνεται. Η αστικοποιήσει θα είναι ταχεία και το 2030 ο πληθυσμός των πόλεων θα είναι διπλάσιος από τον αγροτικό πληθυσμό.

Η διεθνής αντίδραση

Το 1994 η διεθνής συζήτηση για το πληθυσμό που έγινε στο Κάιρο ήτανε πολύ σημαντική και έθεσε τα προβλήματα του υπέρ πληθυσμού και τις εθνικές και διεθνείς πολιτικές για το πληθυσμό, πέραν από τα δημογραφικά δεδομένα μετρώντας τις επιπτώσεις στην υγεία και στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ειδική συζήτηση στα Ηνωμένα Έθνη τον Ιούλιο 1999 θα διαπιστώσει και την ανάγκη ευρύτερης συνεργασίας για την αντιμετώπιση του AIDS. Η συζήτηση στα Ην. Έθνη επιμένει στην ενίσχυση των τρίτων χωρών (οι παροχές μειώθηκαν τελευταία )για τα προγράμματα υγείας και αναπαραγωγικότητας με στόχο την αντισύλληψη. Όλες οι προτάσεις γίνανε δεκτές από τα 180 κράτη αλλά υπήρξε αντίδραση από τι Βατικανό και από μερικούς συντηρητικούς μωαμεθανούς. Τελικά και οι χώρες με θρήσκευμα ρωμαιοκαθολικό συμφώνησαν μετά από πολλές διαπραγματεύσεις. Οι προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών στόχο έχουν τη σταθεροποίηση του πληθυσμού, τη βελτίωση της αναπαραγωγής ενώ δεν θα θίγονται τα ανθρώπινα δικαιώματα.